Η ποιότητα της σχέσης μαθητή-δασκάλου στην αποτελεσματικότητα της διδασκαλίας

της Νικολέτας Καρίκα

dv1453015.jpg

Προκειμένου να βελτιστοποιηθεί η διδασκαλία είναι σημαντικό ο εκπαιδευτικός να είναι σε θέση να χρησιμοποιήσει τις διαπροσωπικές σχέσεις που αναπτύσσονται κάθε στιγμή ως βοηθητικό οδηγό. Ωστόσο, αυτό δεν είναι εύκολο, καθώς ο καθηγητής δεν έχει μάθει να διαχειρίζεται αποτελεσματικά και ωφέλιμα τις ποικίλες συμπεριφορές που θα συναντήσει. Το πρώτο βήμα στην εδραίωση θετικών επικοινωνιακών σχέσεων είναι η σωστή αναγνώριση αλλά και η αντιμετώπιση των προβλημάτων που θα εμφανιστούν κατά τη διάρκεια της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Η ορθή αντιμετώπιση των προβλημάτων, συνεπιφέρει θετικές συμπεριφορές και οι θετικές συμπεριφορές ευνοούν μία παραγωγική διδασκαλία. Τι σημαίνει όμως ο όρος «πρόβλημα» στο εκπαιδευτικό πλαίσιο;

Σε γενικές γραμμές, απεικονίζοντας όλες τις ενδεικτικές συμπεριφορές των μαθητών σε ένα Παράθυρο Συμπεριφοράς (Σχήμα 1), θα ήταν δυνατόν να κατηγοριοποιηθούν σε αποδεκτές και μη αποδεκτές συμπεριφορές, τα σύνορα των οποίων χαρακτηρίζονται από ρευστότητα καθώς καθορίζονται από τα όρια ανοχής του εκάστοτε εκπαιδευτικού. Για παράδειγμα, εάν ο μαθητής μιλάει στον/η διπλανό/ή του κατά τη διάρκεια του μαθήματος, ο βαθμός αποδεκτότητας της συμπεριφοράς αυτής καθιστά μεταβαλλόμενη τη γραμμή των ορίων μεταξύ των δύο ειδών συμπεριφοράς και καθορίζεται κατά βάση από 3 βασικούς παράγοντες: α) από τα συναισθήματα του δασκάλου προς τον εκάστοτε μαθητή β)από τον ίδιο τον δάσκαλο (συναισθηματική κατάσταση κ.α.) και γ) από το εξωτερικό περιβάλλον.

σχημα 1

Σύμφωνα με το παραπάνω, είθισται να θεωρείται πως η ύπαρξη μη αποδεκτών συμπεριφορών στο πλαίσιο της διεξαγωγής του μαθήματος συνεπάγεται τη δυσκολία του καθηγητή να διδάξει, συνεπώς το πρόβλημα ανήκει στον δάσκαλο. Τι γίνεται όμως όταν ο μαθητής έχει πρόβλημα και όχι ο εκπαιδευτικός; Σε αυτή την περίπτωση, θα ήταν αποδεκτό να υποθέσει κανείς πως δεν υφίσταται πρόβλημα, εφόσον οι ανάγκες του δασκάλου ικανοποιούνται, καθώς δεν επηρεάζεται η διδασκαλία του.

ησυχιαΗ έννοια της κατοχής του προβλήματος είναι κεντρικό κομμάτι στο ζήτημα της καλλιέργειας θετικών σχέσεων μεταξύ εκπαιδευτικών και μαθητών. Ο καθηγητής οφείλει να είναι σε θέση να ορίζει το πρόβλημα ορθώς. Πολλές φορές οι δάσκαλοι δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν ένα πρόβλημα και το ταυτοποιούν εσφαλμένα ως δικό τους, για παράδειγμα, όταν ο μαθητής δεν επιδεικνύει τη συμπεριφορά που θα επιθυμούσε να έχει ο εκπαιδευτικός για αυτόν. Πότε λοιπόν ένα πρόβλημα ανήκει όντως στον καθηγητή; Το πρωτεύον ερώτημα το οποίο θα πρέπει να απαντηθεί είναι το εξής: η συμπεριφορά του εκπαιδευομένου έχει όντως κάποιο αντίκτυπο στον καθηγητή; Εάν η απάντηση είναι ναι, τότε το πρόβλημα ανήκει στον δάσκαλο. Εάν η απάντηση είναι όχι, το πρόβλημα ανήκει στον μαθητή.

sxhma 22

Το σχήμα 2 εμπερικλείει τις τρεις βασικές καταστάσεις στη διαδικασία της εκπαίδευσης τις οποίες θα βιώσει ένας εκπαιδευτικός. Η μεσαία περιοχή του σχήματος , δηλαδή η περιοχή χωρίς πρόβλημα, έχει τη μέγιστη σημασία και είναι αυτή στην οποία θα πρέπει να αποσκοπεί ο καθηγητής. Ο βασικός λόγος της παραπάνω παραδοχής έγκειται στο γεγονός ότι μόνο σε μία κατάσταση χωρίς προβλήματα η διδασκαλία μπορεί να επιτευχθεί όντως. Αυτό σημαίνει ότι παρά το γεγονός ότι στην περίπτωση που το πρόβλημα δεν μοιάζει να είναι εμφανώς θέμα του δασκάλου, είναι στα αλήθεια, καθώς ο μαθητής θα δυσκολευτεί να συγκεντρωθεί στα ακαδημαϊκά του καθήκοντα, μέχρις ότου να επιλύσει τις δυσκολίες και τα προβλήματα στη ζωή του/της. Συνεπώς, η αντιμετώπιση των προβλημάτων (είτε αυτά ανήκουν στον εκπαιδευτικό είτε στον μαθητή) και η μετάβαση στην περιοχή χωρίς πρόβλημα διαθέτει μέγιστη σπουδαιότητα γιατί διευρύνεται η Περιοχή Διδασκαλίας του εκπαιδευτικού καθώς ο δεύτερος εξασφαλίζει περισσότερο ποιοτικό χρόνο παραγωγικής διδασκαλίας χωρίς να εστιάζει σε αντιμετώπιση των επιμέρους προβληματικών συμπεριφορών.

Συνοψίζοντας, ο ρόλος του εκπαιδευτικού δεν περιορίζεται στην απλή μετάδοση των γνώσεων. Η εκπαιδευτική διαδικασία είναι ένας μακρύς δρόμος ο οποίος μπορεί να επιτευχθεί μόνο εφόσον προσπελαστούν προβλήματα των δύο πρωταγωνιστών του εκπαιδευτικού πλαισίου: του μαθητή και του δασκάλου. Ο καθηγητής πρέπει να είναι σε θέση να επιλύσει τα δικά του προβλήματα, αλλά περισσότερο των μαθητών του ώστε να δημιουργήσει μία θετική σχέση μαζί τους που με τη σειρά της θα επιτρέψει την ηθελημένη συμμετοχή των εκπαιδευομένων στον αγώνα της μάθησης.

Σε μετέπειτα άρθρο [[Η σωστή επικοινωνία μεταξύ εκπαιδευτικού και μαθητή: όταν ο μαθητής αντιμετωπίζει ένα πρόβλημα] θα αναλυθεί εκτενώς το ζήτημα της ενότητας των προβλημάτων που ανήκουν στους μαθητές. Θα οριστεί η γλώσσα της αποδοχής και μη αποδοχής και θα ταυτοποιηθούν τα συνήθη εμπόδια της επικοινωνίας στις διαπροσωπικές σχέσεις εν γένει. Τέλος, θα προταθούν βασικές τεχνικές αντιμετώπισης των εμποδίων αυτών αλλά και εναλλακτικές λύσεις που θα εξασφαλίσουν μια θετική επικοινωνία μεταξύ εκπαιδευτικού και μαθητή.

Το παραπάνω άρθρο βασίζεται σε μία εναλλακτική μέθοδο διδασκαλίας και στο μοντέλο Εκπαίδευσης Αποτελεσματικού Δασκάλου (ΕΑΔ) όπως το πρότεινε ο Thomas Gordon, διαπρεπής ψυχολόγος. Η μέθοδος αυτή αποσκοπεί στη βελτίωση της αποτελεσματικότητας της διδασκαλίας χωρίς να παρεμποδίζεται από συγκρούσεις που απειλούν την εκπαιδευτική διαδικασία ώστε να μεταδίδονται όσο το δυνατόν πληρέστερα οι γνώσεις στους διδασκόμενους.

Advertisements